Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Ο Μανώλης, ο Αλέξης και ο μετανάστης…


Τα’ άκουσα κι αυτό σε τούτη την κοινωνικά χρεωκοπημένη χώρα… Αν λέει το Μανώλη τον λέγανε Αλέξη κι είχε πεθάνει από χέρι αστυνομικού τώρα θα κάπνιζε ακόμα το κέντρο…! Ας τα πάρουμε ένα ένα:
Από πότε καταρχήν μετράμε τον αντίκτυπο που έχει ένα τέτοιο τραγικό γεγονός σε σπασμένες βιτρίνες, καμένους κάδους κι αυτοκίνητα; Σε τι σημείο κανιβαλισμού και αποβλάκωσης έχουμε φτάσει που νομίζουμε ότι η θλίψη και η οργή, ο αυθεντικός θρήνος καθρεφτίζονται πάνω σε συντρίμμια;  Και πόσο αστείο είναι να τα λένε αυτά οι ίδιοι που με σηκωμένο φρύδι τότε έλεγαν «Ντροπή στους αλήτες που καταστρέφουν το βιός των εμποράκων»;! Και τώρα έγιναν πορείες και δυστυχώς κι αυτή τη φορά έγιναν επεισόδια, και σ’ αυτή την περίπτωση οι πάλαι ποτέ πραιτοριανοί βρήκαν την ευκαιρία να αποκτήσουν δικαιολογία και να σπάσουν στο ξύλο τη φωνή του Ελληνικού Λαού, στέλνοντας ένα συνάνθρωπό μας στο κατώφλι του θανάτου. (Και προς Θεού, δε μιλώ για όλους τους Αστυνομικούς και είμαι σίγουρη πως το ξέρουν) Πότε επιτέλους θα νιώσουμε σ΄αυτόν τον τόπο πως δυστυχώς οι κάμερες είναι φτιαγμένες να ζουμάρουν στα επεισόδια και όχι στα αιτήματα, στα σπασμένα και όχι σ’ αυτά που ζητούν να υψωθούν; Ευτυχώς, τα πράγματα σ΄αυτές τις πορείες δεν εξόκειλαν όσο άλλες φορές, καταφέραμε και ειρηνικές πορείες, πετύχαμε ν΄ακουστούν και κρυστάλλινες φωνές… φωνές βοόντων εν τη ερήμω γιατί αυτοί που πρέπει να ακούσουν έχουν χρόνια κουφαθεί…
Ο Μανώλης είναι Αλέξης και οι δύο τους είναι τόσο άδικα χαμένοι όσο ο ατυχής μετανάστης που πολύ πιθανό να ‘ρθε απλά εδώ ζητώντας ελπίδα, μη έχοντας καμιά σχέση με την τραγική δολοφονία τα ξημερώματα της Τρίτης, καμιά σχέση με τη βία και την εγκληματικότητα, πλήρωσε απλά το χρώμα του δέρματος του και το ότι έτυχε να γεννηθεί αλλού, όπως πλήρωσε ο Μανώλης ότι βρέθηκε τη λάθος στιγμή στο λάθος μέρος, όπως πλήρωσε ο Αλέξης ότι ο Κωρκονέας είχε τα δικά του προβλήματα. Και οι τρεις τους πλήρωσαν για λάθη που δεν ήταν δικά τους και οι τρεις πέθαναν απ’ τον ίδιο μηχανισμό που πεθαίνουμε και μεις και θα σκοτώσει και τα παιδιά μας, αυτοί σωματικά εμείς προς το παρόν απλώς ψυχικά… Θα προσπαθήσω να το εξηγήσω τόσο απλά όσο το νιώθω, συγχωρείστε την αφέλεια μου… Ο Αλέξης πέθανε γιατί αυτό το ξεχαρβαλωμένο σύστημα κάνει τα όργανα του Νόμου να νομίζουν πως παίζουν σε σπαγγέτι γουέστερν, δεν αξιολογεί ούτε παρακολουθεί στενά όσο θα έπρεπε γι’ ανθρώπους που κουβαλούν όπλα και εκτίθενται καθημερινά σε διάφορες καταστάσεις με υψηλό δείκτη στρες, την ψυχική τους υγεία και ισορροπία, την κριτική τους ικανότητα και την ψυχραιμία τους. Έτσι, ο Αλέξης δε γύρισε ποτέ ξανά μετά το Σάββατο σπίτι… Ο Μανώλης πάλι, πέθανε γιατί το ίδιο αυτό κράτος δεν κατάφερε να διαχειριστεί το μεταναστευτικό πρόβλημα που το ίδιο δημιούργησε. Λέμε «είναι τρομερό, τον σκότωσαν για μια κάμερα»… και βέβαια είναι τρομερό, αλλά πού έχεις φτάσει για να σκοτώνεις για μια κάμερα;  Και το ότι ήταν τρεις κι όχι ένας κάτι λέει για το φόβο που ένιωθαν και οι ίδιοι, αλλιώς ένας και μια λεπίδα αρκούν. Τους κάνει αυτό λιγότερο δολοφόνους; Όχι! Αλλά αν τα σύνορα δεν ήταν ξέφραγο αμπέλι ώστε η χώρα να δέχεται περισσότερους μετανάστες απ’ αυτούς που μπορεί ν’ αντέξει, αν υπήρχε ένας στοιχειώδης μηχανισμός υποτυπώδους διαχείρισης του προβλήματος, αν αυτοί οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζονταν σα σκόνη που την κρύβουμε κάτω απ’ το χαλί, αν το ίδιο το σύστημα δεν τους είχε στοιβάξει στο Κέντρο, ο Μανώλης θα είχε βιντεοσκοπήσει τη γέννηση της κόρης του κι αυτοί δε θα χαν γίνει ποτέ δολοφόνοι, ίσως γιατί δε θα χαν έρθει ποτέ, ίσως γιατί δε θα χρειάζονταν να κλέψουν για να ζήσουν, ίσως γιατί θα είχαν ήδη φύγει για μια άλλη χώρα (είναι άλλωστε γνωστό πως πάνω απ’ τους μισούς μετανάστες εγκλωβίστηκαν εδώ, γιατί φυσικά πρέπει δεν είναι δυνατό να πιστέψω ότι πληρώσαν ένα σκασμό λεφτά για να ρθουν να στοιβαχτούν στο κέντρο της Αθήνας.) Και μετά αυτός ο ανώνυμος άνδρας που σκοτώθηκε με τη λογική «ένας δικός τους για έναν δικό μας»,  που γι’ αυτόν κανείς δε θα κλάψει, που με τη δική του απώλεια κανείς δε θ’ ασχοληθεί γιατί κανείς δεν τον ξέρει, γιατί ήταν ξένος, γιατί το δικό του αίμα στη χαλασμένη μας ζυγαριά βαραίνει πολύ λιγότερο απ’ το «δικό μας»… γιατί το σύστημα μας έμαθε όταν μας δείχνουν το φεγγάρι να κοιτάμε το δάχτυλο…  Γιατί το δάχτυλο κοιτάμε όταν δεν καταλαβαίνουμε πως ο δολοφόνος είναι ο ίδιος, που απλώς αλλάζει πρόσωπο, και φυσικά γιατί δε συνειδητοποιούμε πως συνένοχοι αυτού του δολοφόνου είμαστε και μεις, με την ψήφο μας, με τη στάση μας, την αδιαφορία και το βόλεμα μας…
Σε τελική ανάλυση, η πρώτη που βγήκε στους δρόμους για τον Αλέξη και έμεινε τόσο καιρό έξω και ως σήμερα δεν ξέχασε ήταν η γενιά του, αυτή που έδινε λουλούδια στους αστυνομικούς που της πετούσαν δακρυγόνα, αυτή που πήγε στο νεκροταφείο, αυτή που δεν έσπασε, μόνο έκλαψε… Αυτά τα παιδιά ήταν 15 χρονών… Η γενιά του Μανώλη πενηνταρίζει και δεν κουνιέται και φταίει όσο το σύστημα και όσο οι δολοφόνοι του που η κόρη του δε θα τον πει «μπαμπά», και φταίει που η γενιά του Αλέξη έκλαψε τον Αλέξη και κλαίει καθημερινά τα όνειρα της!
Απ’ το να φοβάστε, να κατηγορείτε, να κρίνετε και να μισείτε κουνηθείτε! Και έτσι, γι’ αλλαγή, σκεφτείτε πριν αποφασίσετε ποιος είναι ο εχθρός.

Υπάρχει τελικά κάτι χειρότερο απ’ την ωμή και αναίτια βία; Απ το φόβο; Απ΄την πισώπλατη δολοφονία ενός ανθρώπου;  Από ένα κοριτσάκι που δε θα γνωρίσει ποτέ το μπαμπά της; Δυστυχώς υπάρχει… Η αηδία που μου προκαλεί η κοντοφθαλμία, ο θερμοκεφαλισμός, η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός με το μανδύα του και καλά πατριωτισμού, το στεγνό μίσος και πάνω απ΄όλα η βλακεία, αυτή η εκνευριστική βλακεία των ανθρώπων, συναγωνίζεται επάξια τη θλίψη μου… Αν ψάχνετε λοιπόν τους εχθρούς, αυτούς που επιβουλεύονται στο  έθνος, κοιτάξτε καλύτερα, δε ζουν σε χαρτόκουτα…

Νούμερα…


«Ωραίοι είμαστε, αλλά πόσοι είμαστε;» Αυτό ήταν το διαφημιστικό της προηγούμενης απογραφής, με το οποίο ο χαμογελαστός Σπύρος Παπαδόπουλος μας καλούσε να ανοίξουμε τις πόρτες μας στους απογραφείς και να απαντήσουμε στις ερωτήσεις τους. Καμία σχέση με το νέο σποτ της εποχής του e-government που ένα ψηφιακό σκυλάκι μας δηλώνει ότι από 10 Μαΐου θα  περιμένει τους απογραφείς με χαρά και μετά η… «φωνή του Θεού» μας προτρέπει να πούμε την αλήθεια στους απογραφείς γιατί όλα είναι εμπιστευτικά και για καλό… Πριν δέκα χρόνια ήμουν πολύ μικρή για να θυμάμαι λεπτομέρειες απ’ την απογραφή. ‘Ο,τι μου ‘χει μείνει σαν εικόνα από όνειρο είναι μια χαμογελαστή κοπέλα με μπόλικη χαρτούρα που αφού τελείωσε με το τυπικό των ερωτήσεων μοιράστηκε μαζί μας τον πόνο της για τα πόδια της που την είχαν πεθάνει απ’ το πρωί πάνω κάτω και το στομάχι της, αφού στα περισσότερα σπίτια οι άνθρωποι επέμεναν να την κεράσουν το κατιτί τους και τουλάχιστον στην αρχή για να μη τους κακοκαρδίσει δοκίμαζε αυτά που της προσέφεραν. Έτσι απλά, χωρίς ρήτρες εμπιστευτικότητας και χωρίς διαφημιστικά που σου κουνούν το δάχτυλο «Απογράψου, κάνει καλό». Χρόνια αθωότητας θα μου πεις, τότε άνοιγες πιο εύκολα την πόρτα σου, σήμερα αν δεν κοιτάξεις πρώτα δεξιά αριστερά δεν ξεμυτίζεις καν απ’ το σπίτι, όχι να βάλεις και κάποιον άγνωστο μέσα. Κι όταν ειδικά αυτός ο άγνωστος έχει κατά κάποιο τρόπο κρατική αποστολή και εντολή να σου κάνει διάφορες «εμπιστευτικές» ερωτήσεις σε μια εποχή που η εμπιστοσύνη του Έλληνα στο κράτος του χτυπάει θερμοκρασίες Βορείου Πόλου, η καχυποψία είναι τουλάχιστον δεδομένη. Μια και δεν απογράφηκα ακόμα, αναρωτιέμαι τι στο καλό πια έχουν σκοπό να ρωτήσουν οι απογραφείς που μας υπόσχονται από τώρα ότι δε θα το μαρτυρήσουν και μας τονίζουν ότι πρέπει να τους πούμε την αλήθεια; «Κρατική απογραφή είναι, μου είπε ένας φίλος, ό,τι τους χρειάζεται να ξέρουν θα ρωτήσουν»… Δηλαδή, τι αυτοκίνητο έχω, πόσα βγάζω και αν κλέβω την εφορία; Δε μας φτάνει που η παρεμβατικότητα του κράτους στην καθημερινότητα μας είναι πλέον πιο συχνή και από το ανοιξιάτικο φτάρνισμα, μετά την εφορία τώρα και η απογραφή κοιτά κατευθείαν την τσέπη μας! Και τι φταίνε οι απογραφείς; Ένα χαρτζιλίκι πάνε να βγάλουν, με πολύ ποδαρόδρομο και έχοντας να αντιμετωπίσουν και την κακοκεφιά του καθενός μας, απλώς αποτελούν πρώτης τάξεως όχημα για κρατική ανάκριση  μια και ακριβώς δεν είναι οι ίδιοι απ’ αυτούς που στη θέα τους το χέρι πάει στο γιαούρτι αυτόματα. Αυτό που δε μου εξηγεί κανείς, είναι γιατί εγώ πρέπει να απαντήσω στο Κράτος με το χέρι στην καρδιά ενώ όσες ερωτήσεις κι αν θέτω εγώ σ’ αυτό μ’ ΄χει γραμμένη ΕΝΤΕΛΩΣ! Γιατί ρε φίλε θα πιάσουμε ψιλή κουβέντα για τα εσωτερικά του οίκου μου όταν εσύ δε μου λες για παράδειγμα… που πήγαν τα λεφτά; Ποιος φταίει για το Βατοπέδι, τα υποβρύχια που γέρνουν, τη Siemens, την κατάντια μας εν ολίγοις; Γιατί να σου πω εγώ τα σωψυχά μου όταν κάθε μέρα ρωτάω, θα βγούμε απ’ το ευρώ τελικά ή τζάμπα γυαλίζω τις δραχμούλες; Θα σωθούμε ή πάμε για φούντο, να βάλω σωσίβιο; Και απροπό, αυτά θα έπρεπε να τα ξέρω, μια και σπίτι μου είναι και αυτή η ριμάδα η χώρα… Επιπλέον, με βασανίζουν κι άλλες ερωτήσεις… Εμπιστευτικότητα, ε; Δηλαδή, αν τα τσακίρικα μάτια του απογραφέα δουν ότι μένω σε σπίτι 200 τετραγωνικών με πισίνα και γήπεδο τέννις και εγώ δηλώνω στην εφορία πενιχρό ετήσιο εισόδημα… θα με καρφώσει ή θα το κρατήσει επτασφράγιστο μυστικό; Βρε, μήπως γι’ αυτό δεν είχαμε καταλάβει τίποτα για τα μαύρα του Άκη; Γιατί δεν είχαμε ακόμα απογραφή;
Το καλύτερο βέβαια, είναι ότι είμαστε υποχρεωμένοι ν’ ανοίξουμε τα σπίτια μας και να απατήσουμε βάσει του νόμου 3832/2010. Η αλήθεια είναι πως παρά την έρευνα που έκανα –πρόχειρη για να είμαι ειλικρινής - δεν κατάφερα να βρω το προ του εν λόγω νόμου νομικό καθεστώς για την υποχρεωτικότητα της απογραφής. Πάντως είναι το λιγότερο περίεργη σύμπτωση πως ο συγκεκριμένος νόμος θεσπίστηκε έναν ακριβώς χρόνο πριν τη νέα απογραφή.
Για να κάνουμε τη σούμα, το ίδιο το σποτ της απογραφής είναι μια ξεκάθαρη ομολογία του Κράτους μας πως αναγνωρίζει πια τη δυσπιστία και την καχυποψία στα μάτια των πολιτών και την ολοκληρωτική του αποτυχία να πείσει τους πολίτες ότι δεν προσπαθεί παντιοτρόπως να τους βλάψει. Το ηθικοδιδακτικό ύφος και το σηκωμένο δάχτυλο μαζί με τον νόμο που μας υποχρεώνει να τους πούμε ότι μας ρωτήσουν κάνει την απογραφή ανάκριση και μάλιστα ανάκριση που καταπατά κάμποσα δικαιώματά μας Συνταγματικά κατοχυρωμένα (Σύνταγμα, αν θυμάστε, πριν το Μνημόνιο βέβαια, ήταν ο καταστατικός χάρτης του Κράτους με τα βασικά δικαιώματα των πολιτών… Μέσα σ’ ένα χρόνο πως κατάντησε κι αυτό ανάμνηση…) και χωρίς φυσικά ουδείς εξ ημών να ‘χει πειστεί νομίζω ότι το Κράτος μας μιλά ποτέ ειλικρινά για το τι στην ευχή πραγματικά συμβαίνει στην ίδια μας τη χώρα.
Άντε και καλή μας απογραφή, έτσι κι αλλιώς γι’ αυτούς νούμερα είμαστε, νούμερα που θα πληρώσουν το μάρμαρο για τα δικά τους λάθη, νούμερα που σκάνε και σκάβουν… Αλλά αφού εμείς του ψηφίσαμε και θα τους ξαναψηφίσουμε, νούμερα δεν είμαστε τελικά;